ΠΑΡΙΣΙ

Πουλό µ’ που αναμένω σε,
Πάντα τερώ τας στράτας.
 
Μερικά χιλιόμετρα απ’ τα Ηλύσια Πεδία, στα προάστια του Παρισιού, βρίσκεται ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για ξένους εργάτες. Ο φίλος με τ’ αμάξι θυμάται τα δικά του, όταν έμενε κι αυτός εκεί κι έτρωγε βρασμένες γάτες. «Ευτυχώς που το ξεπέρασα», αναστενάζει στο βολάν χωρίς να μπορεί να αναγνωρίσει τίποτα ολόγυρα, τόσο οι νεόδμητες πολυκατοικίες μεταμόρφωσαν το χώρο. Κι η μνήμη δεν τον βοηθά, γιατί η μνήμη θέλει να ξεχάσει. Αµυδρά μονάχα θυµάται µια ανηφόρα που θα πρέπει να οδηγεί σ’ ένα κατήφορο κι εκεί… Με το δισάκι τους στον ώμο δύο χωρικοί, Γιουγκοσλάβοι φαίνονταν, του δείχνουν μια αόριστη κατεύθυνση μες στη νύχτα… Αφήνουν τ’ αυτοκίνητο σε μια πλατεία και προχωρούν με τα πόδια. «Δεν σας το ‘λεγα; Φτάσαμε. Εδώ είναι ο καταυλισμός της SIMCA».
 
Το στρατόπεδο μοιάζει με Κέντρο Νεοσυλλέκτων. Αντί για κτίρια, υπάρχουν τολ, σα μακρόστενα βαγόνια μ’ εντοιχισμένες ρόδες κι επιστρωμένα με τσιμέντο δάπεδα για να μην απορροφούν την υγρασία της γης. Στα παλιά τολ υπάρχουν ανά τέσσερα κρεβάτια στους θαλάµους. Στα καινούργια ανά δύο. Κοινόχρηστη τουαλέτα, κουζίνα και λουτρό. Πόρτα, ούτως ειπείν, δεν υπάρχει. Απ’ τη νύχτα µπαίνεις, στη νύχτα θα βγεις. Το μεσοδιάστημα το λένε «διάδρομο». Προχωρώντας στο διάδρομο ακούς, πίσω απ’τις κλειστές πόρτες, μουσικές από τρανζίστορ και φωνές – ισπανικά, αλγερίνικα, πορτογαλικά, ρωµέικα. Κάθε πόρτα και καηµός. Κάθε καημός και κράτος. «Κι όλα μιλούν στα σύννεφα / που δεν τ’ αφήνει να ενωθούν / τ΄ αφεντικό, ο ήλιος, / καθώς τους μετανάστες, / εργάτες στην ίδια φάµπρικα, / που τους σκορπίζουνε σε χωριστούς σωλήνες θερµομέτρων / μην αναδείξουν, όλοι μαζί, / τον πυρετό της μάζας». Κι αφού τους σκορπίσουν έτσι σε διάφορους καταυλισμούς, τους ξαναμοιράζουν μέσα σ’ ένα καταυλισμό σε διάφορα τολ, κάνοντας προβληματική τη μεταξύ τους επικοινωνία. Όλα υπακούν σε μια αρχιτεκτονική σπασίματος του ηθικού. Βγαίνοντας απ’ το αποχωρητήριο, ένας Ιταλός τούς έδειξε ποια πόρτα να χτυπήσουν.
 
«Εμπρός». Ανοίγοντας βρεθήκαν μπροστά σ΄ ένα δωμάτιο γυμνό, με δύο κρεβάτια, ένα ποδοσφαιρικό ημερολόγιο στον τοίχο κι ένα τρανζίστορ δίπλα σε μια ηλεκτρική θερμάστρα. Θα ‘ταν περίπου η ώρα οκτώ. Οι δύο συγκάτοικοι κάθονταν ο καθένας στο κρεβάτι του, με την πλάτη στον τοίχο. Προφασίστηκαν ότι ζητούσαν κάποιον Ανανιάδη. «Δεν υπάρχει αυτό το όνομα εδώ». «Ήταν εδώ πριν από χρόνια». «Πού δουλεύει;» «Στις αλυσίδες». Κοιτάζονται. Απορούν. Ανανιάδης. Στις αλυσίδες. «Κι ήρθατε στο σωστό καταυλισμό; Μήπως ζητάτε κανένα άλλο εργοστάσιο;» Ο φίλος με το γούνινο γιακά πάνω απ’ το μαύρο του παλτό, επιμένει: «Έχουμε ένα μήνυμα γι’ αυτόν απ’ το σπίτι του». Μήνυμα; Και ποιοι είναι αυτοί οι δύο που εισβάλουν έτσι αδιάκριτα στη µιζέρια των άλλων; Ο τύπος με τα γυαλιά περιεργάζεται το χώρο. Κι οι δύο εργάτες, δισταχτικοί λόγω πείρας σε εκμυστηρεύσεις και φειδωλοί στα λόγια με τους ξένους (ακόμα κι αν οι ξένοι μιλούν τη γλώσσα τους), κουνούν συλλογισμένα το κεφάλι. Δίχως το τάβλι στο καφενείο του χωριού, κάθονται, απ’ τις οκτώ, με συντροφιά το μικροσκοπικό τρανζίστορ, κοντά σε Σικελούς, Σέρβους, Μαυριτανούς, Καταλάνους -όχι, προπαντός σωστές οι δόσεις του μίγματος για να μην προκληθεί η έκρηξη- κάθονται (ποια µάνα αφήσαν πίσω τους, ποια αδερφή που πρέπει να παντρέψουν, ποια χωράφια, ποιες ελιές, ποιες πηγές, ποια γελάδια; «οι μετανάστες προερχόμενοι κατά πλειοψηφία από αγροτικές περιφέρειες, στις φάμπρικες του εξωτερικού προλεταριοποιούνται») σ’ αυτό το πετρωμένο τσαντίρι, βαγόνι που αποσπονδυλώθηκε απ’ την ντηζελομηχανή που έφυγε κι έγινε τζετ, βαγόνι ακινητοποιημένο, κάθονται στη φυλακή της ξενιτιάς, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ την πατρίδα, χωρίς ωστόσο την περηφάνια του πολιτικού κρατούμενου, και το κουράγιο, κάθονται μέσα σ΄ ένα τολ, μες στην ερημιά των τοίχων, με το ημερολόγιο της ποδοσφαιρικής ομάδας, ξεκομμένοι, αμίλητοι, μες στη μακεδονίτικη κατασκευή τους, πρόωρα φαλακροί και λιγομίλητοι: «Δεν τον ξέρουμε. Μπορεί να έφυγε. Εμείς είμαστε εδώ απ’ το 1965» – ώσπου (η έρευνα μην οδηγώντας σε καμιά μαρτυρία) έφτασε λυτρωτικός ο φύλακας ζητώντας ταυτότητες και χαρτιά στους ξένους που μπήκαν δίχως την άδειά του μες στον καταυλισμό. Κι ο τύπος με το γούνινο γιακά κι ο άλλος με τα γυαλιά, ρώτησαν πάλι για το ίδιο όνομα. «Καλύτερα να τον ζητήσετε στα κεντρικά γραφεία της Nanterre».
 
2
 
Κι εσύ μου παραπονιέσαι ότι δεν λειτουργεί καλά η κεντρική σου θέρμανση κι ότι η τουαλέτα σου είναι στο διάδρομο κι όχι μες στο σπίτι. Να πας να δεις τα αφανή κάμπινγκ των εργατών, τα στρατόπεδα της μάρκας του αυτοκινήτου σου, όπου βαριά πέφτει η σκιά απ’ τις νεόκτιστες πολυκατοικίες και τόσο καλά τα ‘χουν καμουφλάρει με δέντρα που ούτε από αεροπλάνο δεν φαίνονται, μερικά χιλιόμετρα απ’ τα Ηλύσια Πεδία, στα προάστια του Παρισιού.
 
3
 
– Δουλεύω σε σπίτια εφοπλιστών, και στο Μεγάλο Πρόσωπο. Κάνω το σερβιτόρο στα πάρτι τους. Το ξέρω το Παρίσι εγώ. Ζω χρόνια εδώ πέρα. Γνωρίζω πολύ κόσμο. Παυλούσα λαχεία του Σουηπστέηκ. Ώσπου τα πράγματα άλλαξαν. Βάλαν αυτοί τους δικούς τους. Ο καθένας σ’ αυτή τη ζωή, αγόρι μου, κοιτάζει το συμφέρον του. Εμάς τους φτωχούς δεν μας κοιτάζει κανείς. Γι’ αυτό και πρέπει να πηγαίνουµε πάντα μ’ εκείνους που μας βοηθούν. Εγώ, ώσπου να με περιμαζέψουν αυτοί οι καλοί άνθρωποι, οι εφοπλιστές, έτρωγα το φαγητό από τις γάτες. Στα εργοστάσια, μετά που τέλειωναν οι εργάτες το κολατσό τους, ερχόταν μια χοντρή, είχε ένα πισινό που κουνιόταν πέρα δώθε, και μάζευε τ’ αποφάγια τους, τα πετούσε στις γάτες. Κι εγώ τ’ άρπαζα απ’ τις γάτες και τα έτρωγα. Ώσπου με περιμάζεψαν αυτοί οι καλοί ανθρώποι. Και ξόδεψαν δύο εφτακόσια για να με ντύσουν. Πώς; Δεν άκουσα καλά; Δραχμές; Δύο εφτακόσια γαλλικά, καινούργια. Παρακαλώ. Υπάρχουν πλούσιοι και πλούσιοι. Πλούσιοι μπούφοι και πλούσιοι καλοί. Όχι, πλούσιοι κτήνη δεν υπάρχουν. Μπούφοι. Αν είσαι ξύπνιος, αν κόβει το μάτι σου, αν πιάνεις πουλιά στον αέρα, όπως εγώ, τους καταλαβαίνεις απ’ τον τρόπο που θα σου μιλήσουν στα ουίσκι τους. Ο καλός θα πει: «’Οχι ευχαριστώ, ευχαριστώ», δύο φορές. Ο μπούφος θα πει μόνο: «όχι». Ο μπάτλερ πρέπει να ‘χει μάτι κόρακα, να βλέπει ποιο ποτήρι αδειάζει και να το ξαναγεμίζει. Στους εφοπλιστές δουλεύουν πενήντα δύο νούµερα, πρόσωπα θέλω να πω. Δεν ξέρω για ποιον απ’ όλους μας ρωτάς. Αυτοί, αγόρι μου, πέρα βρέχει. Ούτε για τέχνη νοιάζονται. Ούτε για βιβλία. Μόνο για τα λεφτά τους. Κι είναι συνεχώς στεναχωρεμένοι. Τ’ αφεντικά μου όλο θλιμμένα είναι.΄Εχουν τόσα λεφτά και δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Μακρυμούρηδες. Έτσι δεν λεν όποιον κρεμάει μούτρα και φτάνει η μουσούδα του ίσαμε κάτω; Τι να σου πω. Εμείς, οι φτωχοί, νοιαζόμαστε. Πεινάς και γράφεις ένα βιβλίο. Έτσι δεν είναι; Εκείνος που δεν πεινάει, γιατί να γράψει; Κι ούτε για Παπαδόπουλους νοιάζονται, ούτε για πώς τους λες. Τους απασχολεί η πιθανή υποτίμηση του φράγκου ή της στερλίνας. Κι αυτό είναι όλο: τρων χαβιάρι, πίνουν σαμπάνια κι είναι στεναχωρεμένοι. Το συμφέρον τους κοιτάν. Πώς; Και βέβαια πατούν επί πτωμάτων. Ποιος δεν πατάει για να προοδέψει; Α, όλα κι όλα! Εγώ ένα πράγμα έμαθα στην Σχολή Απόρων Παίδων: να μην προδίνω. Είχαµε ένα δάσκαλο που μας μαύριζε στο ξύλο με το χάρακα, όποτε προδίναμε. Να, στο χέρι, με τη βέργα. Γι’ αυτό κι όταν με πλησίασαν εδώ μερικοί μερικοί για να τους χαφιεδίσω, «χτυπήσατε τη λάθος πόρτα», τους είπα. Σπιούνος κανενός δεν γίνομαι. Εγώ δεν είμαι με κανένα. Δεν βαριέσαι. Κανένα. Λένε ότι κατάργησαν τη βουλευτική ατέλεια. Κι όλα αυτά τα τζάμπα ταξίδια των τραμπούκων, τι είναι;
Ποιος τα πληρώνει; Πάντως κι εσείς δεν ξέρετε τίποτα. Αυτά που γράφουν οι εφημερίδες είναι παραμύθια. Απόψε ο κύριος γευματίζει με το Βασιλιά, στην πόρτα Λατίνα. Μάλιστα. Επιστρέφει αύριο. Και το Μεγάλο Πρόσωπο φεύγει μεθαύριο με κότερο μεγαλοεφοπλιστή. Αυτοί ξέρουν να κάνουν τη ζωούλα τους, αγόρι μου. Βλέπεις, εγώ κινούμαι μες στη μεγάλη κοινωνία. Γι’ αυτό πίνω γάλα. Υποφέρω απ’ το στομάχι μου. Κατεβαίνω τα καλοκαίρια στην Ελλάδα, πάω σ’ ένα νησί ερημικό και δεν βλέπω κανένα. Αυτό σημαίνει να ‘σαι φτωχός: ξέρεις να ζεις, τουλάχιστο.
 
4
 
Οι εργάτες κάθονταν ανακατεμένοι µε τους φοιτητές που είχαν έρθει να παρακολουθήσουν τη συνέλευσή τους. Δεν ήταν οι εργάτες που βλέπεις στην Ελλάδα: εδώ είχαν τις αλλοιωµένες φυσιογνωμίες των μεταναστών. Χωρίς, με τα χρόνια που ζήσαν στην Γαλλία, να μάθουν τη γλώσσα -περίπτωση να «βελτιώσουν» τα γαλλικά τους δεν υπήρχε, µια που από μικροί δεν είχαν νταντάδες- αποξέχασαν και τα ελληνικά τους. Σ’ ένα μακρόστενο τραπέζι, κάτω απ’ την αφίσα της τριακονταετίας, τα δύο συμβούλια, το νόμιμο και το παράνομο, ξεσπούσαν κάθε τόσο σ’ αντεγκλήσεις. Ποιο το νόμιμο και ποιο το παράνομο, θα αποφαινόταν στο τέλος της βραδιάς η συνέλευση δια της ψήφου. Προς το παρόν περιορίζονταν στους απολογισμούς της χρονιάς.
 
Με την ένρινη φωνή του ένας κοντός έκανε τον απολογισμό της αντιδικτατορικής δράσης του Σωματείου. Τις διαμαρτυρίες, τις εκκλήσεις, τις προκηρύξεις για την αλληλεγγύη με τους απεργούς της Ρενώ. «Εγώ δεν την πήρα», φώναξε κάποιος απ΄ το ακροατήριο. «Δικό σου το σφάλμα», του ήρθε η απάντηση, «εμείς την μοιράσαμε σ’ όλους».
 
Ευτυχώς μες στη νοικιασμένη αίθουσα -μαροκινό εστιατόριο που κλείνει τις Κυριακές… δεν υπήρχαν πολλά μωρά που κλαίγαν. Δύο όμορφες γυναίκες συζητούσαν για το πού θα βρίσκαν μεγάλα ταψιά, όπως αυτά που χρησιμοποιούσαν στην Ελλάδα, για σπανακόπιτα. «Στο υπόγειο του Σαμαριταίν», ψιθύρισε μια «παλιά» από πίσω τους. Κι απορούσε κανείς κοιτάζοντας μια χωρική από την Θεσσαλία με ροδοκόκκινα μάγουλα, που τρεις μήνες στην Γαλλία, ακόμα δεν κιτρίνισε, δεν στράγγισε, δεν…
 
Έπειτα ο ταμίας έκανε τον απολογισµό.΄Ολα τα έξοδα, της τάξεως των 1.200 φράγκων, κατέληγαν σε «σαντίμια». Απ’ τον αποκριάτικο χορό μαζέψαµε 230 φράγκα και 83 σαντίμια. Για να νοικιάσουµε την αίθουσα για την 25η Μαρτίου, δώσαμε 340 φράγκα και δώδεκα σαντίμια. Τελικά στο ταμείο απόμεναν 120 φράγκα και 21 σαντίµια. Κάθισε.
 
Ο καυγάς ξέσπασε όταν κάποιος κατηγόρησε ένα μέλος του απερχομένου διοικητικού συμβουλίου για «κατάχρηση». «Εμένα θα πεις καταχραστή! Βγες έξω αν είσαι άντρας!» Ωστόσο το «έξω» ήταν ένα γαλλικό βουλεβάρτο κάτω απ’ το αδιάκοπο χτένισμα της ντόπιας αστυνομίας που γεμίζει τις κλούβες για έλεγχο ταυτοτήτων. Προϋπόθετε μιαν άλλη κατάσταση, καθώς πήγαζε από άλλα στρώµατα της ρωµιοσύνης.
 
Το επεισόδιο φάνηκε να καλμάρει μόλις ο εργάτης µε τα φαγωµένα δάχτυλα του δεξιού χεριού που μοίραζε το εργατικό δελτίο στους εισερχομένους, μπήκε στη μέση. Ένας ξανθός με γαλανά μάτια και κόκκινες φλέβες στα μάγουλα, που τον περνούσες για Γάλλο, ενώ ήταν απ’ τον Τύρναβο, πήγε να χτυπήσει μια γυναίκα με παντελόνια που πέταξε μια σπόντα γι’ αυτόν, αλλά το χαστούκι κόλλησε, ούτως ειπείν, πάνω στη γραβάτα του ζαχαροπλάστη που, δίπλα απ’ τη γυναίκα, πάνω στον ίδιο πάγκο, την προστάτευσε.
 
Μια πρόταση μομφής για το ένα από τα δύο συµβούλια, έδωσε την ευκαιρία σ’ ένα φοιτητή να κάνει μια επιστημονική ανάπτυξη του θέματος. Με την καµπαρντίνα στο μπράτσο, ψαροκοκαλιαστό σακάκι, και «λουστρινέ» παπούτσι, ηχούσε σαν «κλασική μουσική σε ταβέρνα», Η πλειοψηφία απόρριψε την πρόταση με υψωμένες γροθιές.
 
Ένα μωρό κλαψούριζε κι η μάνα του το ‘βγαλε στο χωλ. Ο εργάτης µε τα φαγωμένα δάχτυλα του έδωσε μια καραμέλα.
 
– Ο συνάδελφος που κρατάει τα πρακτικά δεν γράφει τίποτα, παρατήρησε κάποιος.
 
Δίπλα σ΄ αυτόν που «δεν έγραφε τίποτα» καθόταν, με το πλατύ του χαμόγελο, τόσο που έφτανε ως τα αυτιά κάνοντας το πρόσωπό του να μοιάζει με σχισμένο, ο μικροσκοπικός Ελπήνωρ, που έφυγε από την Ελλάδα τις πρώτες µέρες της δικτατορίας, γιατί αισθανόταν πως είχε αρχίσει να καλομαθαίνει στον καπιταλισμό, με το νεογέννητο εργοστασιάκι του, και παρατηρούσε τότε, την πρώτη εποχή, πως οι Γάλλοι λέγαν «Voila» αντί για το «Void» που θυμόταν αυτός απ’ το σχολείο, κι όταν τελειώνοντας οι οικονομίες του, αναγκάστηκε να δουλέψει μπογιατζής, παρατηρούσε πόσο ξενοφοβούμενοι και υπερόπτες ήταν οι ίδιοι Γάλλοι που θαύμαζε a priori και πόσες φορές δεν εγκατέλειψε τη δουλειά του, στο γιαπί, για ένα ρωμέικο φιλότιμο, ώσπου αρρώστησε και για να αντέξει μοίραζε την «Ελεύθερη Πατρίδα» του Λονδίνου, ο µικροσκοπικός Ελπήνωρ, που βρήκε μες στο αδιάλλακτο κόμμα την ύστερη καταφυγή του, βλέποντας γύρω του, παντού, τη φθορά, το κατρακύλισμα προς την σοσιαλδημοκρατία, δεν έκλεισε αυτός το μαγαζί του για να γυρίσει με τους Παπανδρέου-Καραμανλήδες σαν απελευθερωτές, γλυκός, ακατανίκητος, με το πλατύ του χαμόγελο που έσκαζε σαν γόνδολα στο πρόσωπό του.
 
Το ρολόι του Αγίου Σουλπικίου χτύπησε δώδεκα. Ο πρόεδρος αναγκάστηκε να διακόψει. Έπρεπε δυστυχώς να εγκαταλείψουν τη νοικιασμένη αίθουσα. Η ψηφοφορία γινόταν την άλλη Κυριακή. Μερικοί τρέξαν να προλάβουν το τελευταίο μετρό. Οι γυναίκες γκρίνιαζαν που δεν τελειώσαν σήµερα κι έπρεπε να ξανάρθουν την άλλη Κυριακή. Μια μέρα είχαν κι αυτές να ξεκουραστούν και την περνούσαν με την πολιτικολογία των αντρών τους. Τελικά «ποιοι οι εργάτες;» αναρωτήθηκε. Περασμένοι μέσα απ’ τη μυλόπετρα της ξενιτιάς, μοιάζαν περισσότερο με τους μεταφυτευμένους βασιλικούς που αποκτούν μιαν άλλη µυρωδιά με την επαφή τους με τον ξένο αέρα. Στην Γερμανία, πολλοί μαζί, συνθέτουν μιαν άλλη εικόνα. Εδώ θυμίζουν τ΄ απολειφάδι μιας τοιχογραφίας που ξύστηκε και πέφτουν θρύψαλα οι παλιοί ασβέστες. «Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει».
 
[Βασίλης Βασιλικός, Μαγνητόφωνο]